Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Ήθη και έθιμα του Ζάρκου - 1ο μέρος


ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΣΙΟΤΙΝΟΥ
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΖΑΡΚΟΥ


(ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το Ζάρκο είναι χωριό του νομού Τρικάλων, υπαγόμενο στο δήμο Φαρκαδόνας. Βρίσκεται σε απόσταση 34 χλμ από τα Τρίκαλα και 30 χλμ από τη Λάρισα, σε υψόμετρο 120 μέτρων. Το χωριό περιβάλλουν τα όρη Ζάρκου ή Ζαρκινά Όρη, μια χαμηλή οροσειρά, με υψηλότερη την κορυφή Κούτρα στο βόρειο τμήμα της, ενώ προς τη Φαρκαδόνα είναι ο Ακαμάτης. Τα άλλα δύο βουνά που περιβάλλουν το Ζάρκο είναι το Κοκκιναδάκι και το Ντουμπρούσι ή Δοβρούσι.

Κοντά στον σημερινό οικισμό βρισκόταν η αρχαία πόλη Φαϋττός. Το Ζάρκο αναφέρεται στην πρώτη σωζόμενη απογραφή των Οθωμανών, το 1454/1455, με 55 οικογένειες. Στην απογραφή του 1485 αναφέρεται με 121 οικογένειες, από τις οποίες οι 41 ήταν οικογένειες χηρών γυναικών. Στο Ζάρκο έχουν ανακαλυφθεί πολλά αρχαιολογικά ευρήματα από διάφορες χρονολογικές περιόδους. Το 1883, κατά τη διάρκεια ανασκαφών ήρθε στο φως μαρμάρινη επιγραφή του 48 π.Χ., ύψους 0,72 μ, πάνω στην οποία είναι γραμμένο ένα ψήφισμα της πόλης προς τον Γοργία τον Γυρτώνιο. Το 1957 κατά τη διάνοιξη του υδραγωγείου του χωριού, βρέθηκε στον περίβολο τοπικής εκκλησίας πήλινο πιθάρι γεμάτο χρυσά μακεδονικά τάλαντα με την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που χρονολογούνται γύρω στο 264 π.Χ. Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, το Ζάρκο αναφέρεται ως έδρα επισκοπής (Επισκοπή Γαρδικίου).

Το 1817, ο Ιωάννης Λογιώτατος έγραψε τα εξής: «Ζάρκος, το παλαιόν Φαρκάδων (!), χώρα εις τα αριστερά της Σαλαβριάς με έως 300 σπήτια χριστιανικά, επισκοπή του Λαρίσης με όνομα Γαρδικίου, κάμνει καλόν βαμπάκι, τυρί και μέλι. οι κάτοικοί της δουλεύουν και την γην, και διάφορα βαμβακερά πανία, οπού είναι τα καλήτερα της Θετταλίας. Είναι και επιτήδειοι κολυμβησταί του ποταμού».

Το 1836, ο Ιωάννης Λεονάρδος έγραψε τα εξής: «Κατά τον αυτόν ακροποτάμιον δρόμον των βορείων οχθών του Πηνειού, 2 ώρας προς δυσμάς μακρύτερα, εμβαίνομεν εις την πόλιν Ζάρκον (…), απέχουσαν της μεν Λαρίσης προς δυσμάς ώρας 6, του δε Τυρνάβου δυτικομεσημβρινώς ώρας 4. Αυτή κείται εις την αριστεράν βόρειον όχθην του Πηνειού, εις τόπον πεδινόν, συνισταμένη από 800 οσπήτια, τα οποία σχεδόν όλα κατοικούνται υπό Ελλήνων, οίτινες περίπου 3.000, ψυχάς αποκαθιστώσιν, υφαίνοντες αξιόλογα πανία. Κατά τα πνευματικά μέν διοικούνται από τον ενταύθα καθεδρεύοντα αρχιερέα, όστις είναι επίσκοπος του Λαρίσης, κατά δε τα πολιτικά εξουσιάζονται από ένα μέγαν αγά».

Από το χωριό πέρασαν διάφοροι Ευρωπαίοι περιηγητές που ταξίδεψαν στην Ελλάδα. Ο Herny Holland, περνώντας το 1812 από το Ζάρκο, αναφέρει τον οικισμό ως μια μικρή πόλη 500 κατοίκων, οι οποίοι ασχολούνταν κυρίως με την καλλιέργεια του βαμβακιού και την κτηνοτροφία. Ο Πουκεβίλ αναφέρει πως το 1820 στο Ζάρκο κατοικούσαν 600 ελληνικές οικογένειες που ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, έδρασαν στα βόρεια του Ζάρκου Έλληνες επαναστάτες, ενώ η μονή του Αγί­ου Ιωάννη αποτέλεσε σημαντικό καταφύγιο τόσο για τους εξεγερμένους, όσο και για τους
κατά καιρούς κλέφτες και αρματολούς. Λίγες δεκαετίες αργότερα (1860), ο Νικόλαος Μάγνης αναφέρει ότι ο Ζάρκος είχε 400 περίπου οικογένειες, οι οποίες παράγουν δημητριακά, βαμβάκι, λινάρι, σουσάμι και λίγο μετάξι. Το 1881, στην απογραφή που πραγματοποίησε ο ελληνικός στρατός το Ζάρκο είχε 1585 κατοίκους.

Την ίδια εποχή, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο, το Ζάρκο, μαζί με άλλα χωριά της ευρύτερης περιοχής πέρασε στην ιδιοκτησία του τσιφλικά Χρηστάκη Ζωγράφου, με τον οποίο οι κάτοικοι ήρθαν σε άγρια σύγκρουση με επακόλουθο την γενική εξέγερση της περιοχής και την επέμβαση των κρατικών δυνάμεων. Εκείνη την εποχή στο πλευρό των Ζαρκινών ήταν ο γεννημένος στο Ζάρκο, βουλευτής, Νικόλαος Ταρμπάζης, πολέμιος του Χρηστάκη Ζωγράφου. Μάλιστα, σύμφωνα με μια εκδοχή, η οικία του στο Ζάρκο καταστράφηκε από άνδρες του Ζωγράφου.

Τον Απρίλιο του 1897, διεξήχθησαν στο Ζάρκο μάχες μεταξύ του ελληνικού και του οθωμανικού στρατού, στα πλαίσια του ελληνοτουρκικού πολέμου. Από το 1881 έως το 1998 το Ζάρκο αποτελούσε κοινότητα. Από το 1998, με τις διοικητικές αλλαγές στην τοπική αυτοδιοίκηση, αποτέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του καποδιστριακού Δήμου Φαρκαδόνας και από το 2010 αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του καλλικρατικού πλέον Δήμου Φαρκαδόνας.

Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσω μερικά από τα έθιμα του Ζάρκου για τους αναγνώστες του Θεσσαλικού Ημερολογίου.

Α. ΧΕΛΙΔΟΝΑ Ή ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑΤΑ


Στα παλιότερα χρόνια συνηθιζόταν, κάθε πρώτη του Μάρτη, τα αγόρια, από 8 έως 12 ετών να γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και να τραγουδούν την «χελιδόνα». Τα αγοράκια, αρκετές ημέρες πριν, κανόνιζαν την παρέα τους, δύο ή το πολύ τρία, και ξεκινούσαν το πρωί, μόλις έβγαινε ο ήλιος με τις κλάρες στα χέρια για να χτυπάνε τα σκυλιά που τυχόν θα συναντούσαν στο δρόμο τους και το καλαθάκι για τα φιλοδωρήματα. Έτρεχαν στα σπίτια για να πάρουν την «πρωτιά», δηλαδή να πάει η δική τους παρέα πρώτη σε κάποιο σπίτι, γεγονός που το θεωρούσαν γούρικο.

Στα χέρια τους είχαν πάντα το ομοίωμα της χελιδόνας, στηριγμένο σε ξύλινο σκελετό που το στόλιζαν με καλαμπόκια ή με λουλούδια. Το καλαμπόκι το έβαφαν σε διάφορα χρώματα. Το ομοίωμα της χελιδόνας το είχαν δεμένο με σπάγκο, τον οποίο τραβούσαν γύρω από τον άξονα της χελιδόνας κι έκανε θόρυβο. Συγχρόνως τα παιδιά τραγουδούσαν το ακόλουθο τραγούδι:



Χελιδόνα έρχεται, θάλασσαν απέρασε,
τη φωλιά θεμέλιωσε, έκατσε και λάλησε.
Μάρτη-Μάρτη μου καλέ και Φλεβάρη θλιβερέ.
Ο Απρίλης ο γλυκύς, έφθασε δεν ειν’ μακρύς
Τα πουλάκια θα λαλούν, τα δεντράκια θα ανθούν
Ζώα άνθρωποι πουλιά, χαίρονται από καρδιά.
Μέσα Μάρτης όξω τα ψύλλια, μέσα Μάρτης όξω τα ψύλλια.


Επίσης τραγουδούσαν μια στροφή από τα εξής λόγια της χελιδόνας:
Άφσα σύκα και σταφύλια
και σταυρό και θημωνίτσα
Γύρσα πίσω δεν τα βρήκα.
Βρήκα στάρια φυτρωμένα
και αμπέλια κλαδεμένα.

Στο Ζάρκο έλεγαν και το παρακάτω τετράστιχο:

Χελιδόνα έρχεται απ’ τη μαύρη θάλασσα.
Λέει, λέει και λαλεί γεια χαρά στον Κλοκωτό
Ν’ αγοράζουμε οκτώ,
να πουλάμε δεκαοχτώ.

Τα χελιδονίσματα είναι πανάρχαιο έθιμο με την αρχή του να χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ο ιστοριογράφος Αθηναίος αναφέρεται στο έθιμο από το 2ο αι. μ.Χ. Το έθιμο επέζησε μέχρι τα τελευταία χρόνια. Τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και στα πιο πρόσφατα χρόνια τα μικρά παιδιά τραγουδούσαν την επιστροφή των χελιδονιών μαζί με τα οποία ερχόταν και η άνοιξη. Ανέκαθεν τα χελιδόνια θεωρούνταν από τους ανθρώπους σεβαστά και ιερά πουλιά.

Επίσης τα μικρά παιδιά έβαζαν στο χέρι τους το «Μάρτη» (έθιμο που διατηρείται ακόμη και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας), δηλαδή κόκκινη και άσπρη κλωστή, για να μην «τους πιάσει ο Μάρτης», δηλαδή για να μην μαυρίσουν. Ο «Μάρτης» αποτελούσε και ένα είδος προστασίας των μικρών παιδιών γενικότερα τα οποία έβαζαν το «Μάρτη» σε ένα δάχτυλο του χεριού τους, ακόμη και στο λαιμό τους από την ηλικία των 2 χρονών μέχρι και την ηλικία των 12 χρονών. Όταν ο μήνας Μάρτης πλησίαζε στο τέλος του, συγκεκριμένα την τελευταία ημέρα, τα παιδιά έβγαζαν το «Μάρτη», δηλαδή έβγαζαν την κλωστή από το χέρι και το λαιμό και την κρεμούσαν στην τριανταφυλλιά.

Το έθιμο του «Μάρτη» έχει την προέλευσή του στην αρχαιότητα και ίσως έχει κάποια σχέση με τα Ελευσίνια Μυστήρια κατά τη διάρκεια των οποίων έβαζαν στο χέρι και στο πόδι κλωστή. Τέλος, το έθιμο αναφέρεται και από τον Ιωάννη Χρυσόστομο.



Β. ΠΕΡΠΕΡΙΤΣΑ 


 Η Περπερίτσα είχε την τιμητική της τα καλοκαίρια, που επικρατούσε ξηρασία, σε όλα τα χωριά του κάμπου και φυσικά στο Ζάρκο. Τα παλιότερα χρόνια, όπου συναντούμε πολύ συχνά το έθιμο, στόλιζαν ένα κοριτσάκι, 10 έως 14 ετών, με λουλούδια στη μέση του και πολύχρωμα λουλούδια στο κεφάλι του. Μετά το κοριτσάκι γύριζε από σπίτι σε σπίτι, μαζί και με άλλα παιδιά. Εκεί τα περίμενε η οικοδέσποινα να τα υποδεχτεί. Τότε η Περπερίτσα άρχιζε και χόρευε, κάνοντας μικρό κύκλο, τραγουδώντας και χτυπώντας τα χέρια της. Η οικοδέσποινα έπαιρνε έναν κουβά με νερό το οποίο το έριχνε στο κεφάλι και στις πλάτες της Περπερίτσας, κάνοντας ευχές η Περπερίτσα να φέρει βροχή στο χωριό. Η Περπερίτσα όταν χόρευε και τραγουδούσε έλεγε το εξής τραγούδι:


Περπερίτσα περπατεί, το Θεό παρακαλεί,
για να ρίξει μια βροχή, μια βροχή καλή-καλή,
για τα στάρια τα κριθάρια, για τ΄ αμπέλια, περιβόλια.
Θεέ μου ρίξε μια βροχή και για όλα τα σπαρτά.


Η Περπερίτσα στη συνέχεια γύριζε όλο το χωριό, οι οικοδέσποινες την έριχναν νερό και της έδιναν λίγα ψιλά (χρήματα). Στα παλιότερα χρόνια, αν δεν υπήρχαν νεαρά κορίτσια για να αναλάβουν το ρόλο της Περπερίτσας, τον αναλάμβαναν μεγάλοι άνδρες του χωριού. Πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο θα εξευμενίσουν το Θεό για να τους χαρίσει το θείο δώρο της βροχής.

Το έθιμο της Περπερίτσας επέζησε μέχρι τη δεκαετία του 1930 και του 1940. Οι επόμενες γενιές το εγκατέλειψαν, γιατί συνειδητοποίησαν ότι οι καιρικές συνθήκες δεν επηρεάζονται από τα παρακάλια των ανθρώπων. Η Περπερίτσα δεν είναι τίποτα άλλο παρά υπόλειμμα δεισιδαιμονίας της αρχαιότητας στον ελληνικό χώρο.


Γ. ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΕΣ

Το χωριό μας, το Ζάρκο, είχε και έτρεφε εκλεκτά άλογα. Οι ιπποδρομίες στο Ζάρκο ήταν οργανωμένες με τον καλύτερο τρόπο και με την ευθύνη της Ελλανόδικης επιτροπής. Συμμετείχαν τα επίλεκτα άλογα τόσο του χωριού, όσο και των γύρω χωριών. Διεξάγονταν την ημέρα του πανηγυριού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στις 8 Μαϊου σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το χωριό Ζάρκο, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη. Αφετηρία ήταν το κέντρο του χωριού, από όπου και ξεκινούσαν. Στη συνέχεια έτρεχαν μέχρι ένα καθορισμένο σημείο, έξω από το χωριό. Εκεί βρισκόταν αντιπροσωπεία της Ελλανόδικης επιτροπής που παρακολουθούσε με αυστηρότητα την καλή διεξαγωγή της ιπποδρομίας και από εκεί επέστρεφαν πάλι στον κεντρικό χώρο, όπου όλοι οι πανηγυριώτες, ντόπιοι και ξένοι, περίμεναν με αγωνία τους νικητές. Οι ιπποδρομίες στο Ζάρκο άρχιζαν μετά τον εκκλησιασμό και ήταν μία ή δύο ανάλογα τη συμμετοχή καβαλάρηδων και αλόγων. Σε κάθε ιπποδρομία συμμετείχαν 10 ως 15 καβαλάρηδες με τα άλογά τους.

Οι νικητές έπαιρναν ως έπαθλο ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και ένα άσπρο μαντίλι που το έδεναν στο χαλινάρι του αλόγου τους. Στο Ζάρκο δεν γίνονταν ιπποδρομίες ανάμεσα στους νικητές των ιπποδρομιών και αυτό γιατί ήταν μικρός ο αριθμός των ιπποδρομιών, μία ή δύο, σπανιότατα τρεις. Σύμφωνα με την παράδοση οι ιπποδρομίες στο Ζάρκο άρχισαν το 1850, πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους και σταμάτησαν γύρω στο 1930. Δεινοί καβαλάρηδες αναδείχτηκαν οι Βασίλης Μπασιάκος (1900-1944) και Αθανάσιος Λανάρας (1916-1984), οι οποίοι άφησαν μια ανεπανάληπτη εποχή.



Δ) ΠΧΙ

 Με τη λέξη «πχι» οι κάτοικοι του Ζάρκου αναφέρονταν στη συγκέντρωση που έκαναν οι γυναίκες του χωριού για να διασκεδάσουν και να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους. Το «πχι» ήταν μια καλή ευκαιρία για να βγουν οι ελεύθερες γυναίκες από τα σπίτια τους σε μια εποχή που αφενός δεν υπήρχαν καφετέριες και κέντρα διασκέδασης και αφετέρου οι κοπέλες δεν είχαν μεγάλη ελευθερία από τους γονείς τους. Στο Ζάρκο, γίνονταν δύο «πχι», το μικρό και το μεγάλο. Στο μικρό «πχι» συμμετείχαν τα μικρά κορίτσια που πήγαιναν στο σχολείο και γινόταν μια εβδομάδα πριν από την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης. Το μεγάλο «πχι» γινόταν κάθε χρόνο την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης και συμμετείχαν στο «πχι» οι ελεύθερες κοπέλες, οι αρραβωνιασμένες, ακόμη και οι παντρεμένες. Αν ήταν καλή η μέρα, μετά την εκκλησία, πήγαιναν έξω από το χωριό στη θέση αλωνάκια. Αν δεν ήταν καλός ο καιρός μαζεύονταν τότε σε ένα σπίτι που ήταν διαθέσιμο, φέρνοντας μαζί τους και διάφορα φαγητά, πίτες (ριζόπιτες, λαχανόπιτες, γαλατόπιτες) ακόμα και κρέας με πατάτες, κεφτέδες, κοτόπουλα και διάφορα γλυκά. Χόρευαν, έπιναν και τραγουδούσαν παραδοσιακά τραγούδια μέχρι αργά το απόγευμα. Προτού γυρίσουν στα σπίτια τους έλεγαν: «Του χρόνου να είμαστε καλά να ξανακάνουμε το πχι».


Ε. ΚΛΗΔΟΝΑΣ


Ο κλήδονας είναι ένα έθιμο που έλκει την καταγωγή του από την αρχαιότητα. Το συναντούμε στα χρόνια του Βυζαντίου, της τουρκοκρατίας και μέχρι τα μέσα του 20 ου αι. Στο χωριό μου το Ζάρκο στον κλήδονα συμμετείχαν μόνο τα ελεύθερα κορίτσια ηλικίας από 17 ως 20 χρονών. Το έθιμο γινόταν στις 2 Μαϊου, του Αγίου Αθανασίου. Την παραμονή της γιορτής, δηλαδή την Πρωτομαγιά το απόγευμα, όλα τα κορίτσια φορούσαν άσπρα ρούχα. Από όλες τις γειτονιές του χωριού μαζεύονταν σε ένα σπίτι ελεύθερης κοπέλας και μετά πήγαιναν στην «τρανή» τη βρύση, η οποία βρισκόταν έξω από το χωριό, για να πάρουν νερό. Κάθε κοπέλα είχε ένα μπουκετάκι με λουλούδια, τα οποία τα μάζευαν πριν τον εσπερινό και τα έβαζαν μέσα σε ένα μεγάλο, μπακιρένιο μπακράτσι με νερό για να μη ζαρώσουν. Στο μπουκετάκι έδεναν με άσπρη κορδέλα ένα δαχτυλίδι ή βραχιόλι. Τα κορίτσια έβαζαν το χέρι συχνά στο νερό για να δουν αν είναι φρέσκα.

Στη συνέχεια χόρευαν γύρω από το μπακράτσι έναν κυκλικό χορό, τρία ή πέντε τραγούδια, και τραγουδούσαν τραγούδια του κλήδονα. Αργά το απόγευμα κλείδωναν με καινούρια κλειδωνιά το μπακράτσι στο χερούλι και το πήγαιναν στο σπίτι να το φυλάξουν όλο το βράδυ για να μην το κλέψουν για διάφορους λόγους άλλα κορίτσια που δεν συμμετείχαν. Το μπακράτσι το κρεμούσαν κάτω από μια τριανταφυλλιά ή κληματαριά.


Την άλλη μέρα, του Αγίου Αθανασίου, οι κοπέλες και οι γυναίκες, φορώντας τα καλά τους ρούχα, χόρευαν στην «τρανή τη βρύση», στις αμυγδαλιές, τα πασχαλιάτικα τραγούδια, γιατί το Πάσχα συνήθως πέφτει κοντά στο Μάιο. Όταν τελείωνε ο χορός έφευγαν με το μυαλό τους στο απόγευμα και στην ώρα που θα ξεκλειδώσουν τον κλήδονα. Μόλις έφτανε το απόγευμα πήγαιναν τα κορίτσια στο σπίτι που φύλαγαν το μπακράτσι με τον κλήδωνα. Έπειτα σχηματιζόταν πομπή με επικεφαλής ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι που κρατούσαν τον κλήδονα. Ακολουθούσαν πρώτα τα κορίτσια και μετά οι παντρεμένες γυναίκες. Όλοι μαζί, τραγουδώντας, έφταναν στην «τρανή» την βρύση όπου άρχιζαν το χορό γύρω από το μπακράτσι. Το χορό παρακολουθούσε πολύς κόσμος ο οποίος πήγαινε για να διασκεδάσει και να «χαρεί τα λουλούδια», όπως χαρακτηριστικά έλεγε.

Στη συνέχεια κάθε κορίτσι έπαιρνε το δικό της μπουκετάκι με τα λουλούδια, το οποίο το έλεγαν και «ριζικάρι», και το κοιτούσε για να διαπιστώσει σε τι κατάσταση είναι τα λουλούδια. Αν τα λουλούδια ήταν ζαρωμένα το κορίτσι δεν θα παντρευόταν εκείνη τη χρονιά, αν ήταν «αζάρωτα», δηλαδή φρέσκα, το κορίτσι θα παντρευόταν μες τη χρονιά. Το μπουκετάκι το κρεμούσαν στην κληματαριά του σπιτιού τους και το έκαιγαν στις 24 Ιουνίου, του Αϊ Γιαννούλη, όπως χαρακτηριστικά ονομάζουν τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο χωριό μου το Ζάρκο. Δεν έκαναν μόνο ένα κλήδονα. Γίνονταν δύο, τρεις, ίσως και παραπάνω κλήδονες. Κάθε γειτονιά είχε και τον κλήδονά της. Αν μάθαιναν ότι στην τάδε γειτονιά ο κλήδονας ήταν καλύτερος, τότε περνούσαν και από εκεί. Οι κοπέλες που δεν συμμετείχαν στο έθιμο για κάποιο λόγο, χόρευαν κι αυτές ως το βράδυ για να ξεσκάσουν. Το έθιμο αυτό έδινε την ευκαιρία στις μανάδες να διαλέξουν νύφες και γαμπρούς για τα παιδιά τους. Οι μικρομάνες έντυναν τα μωρά, εννιά με δέκα μηνών, παραδοσιακά, τα δε αγοράκια τα φορούσαν φέσι στο κεφάλι,
σταυρωτά χαϊμαλιά και πόσι μεταξωτό με πούλιες στο λαιμό, τα δε κοριτσάκια τα φορούσαν κορδέλα άσπρη στο κεφάλι. Το νερό από το μπακράτσι το έπαιρναν οι τσελιγκοπούλες και ράντιζαν τα πρόβατα για το «καλό», για να βγάζουν πολύ γάλα. Όταν τελείωνε το έθιμο έλεγαν: «Του χρόνου να είμαστε καλά να ξανακάνουμε τον κλήδονα».

Όταν έβγαζαν τα μπουκετάκια από το μπακράτσι έλεγαν και διάφορα τετράστιχα, όπως τα ακόλουθα:

Ο ήλιος εβασίλευε
πίσω από τα κυπαρίσσια
κι εγώ κόρη μου σε διάλεξα
μέσα από τα κορίτσια.

Ο ήλιος εβασίλευε
πίσω από μια βεργάδα
κι εγώ κόρη μου σε διάλεξα
μέσα από τη δασκάλα.


ΣΤ. ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΚΑΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΤΟ ΖΑΡΚΟ
Στο Ζάρκο, την Κυριακή του Πάσχα αλλά και τη δεύτερη μέρα, γινόταν μεγάλος χορός στο Χοροστάσιο. Ο χορός άρχιζε μετά το τέλος της λειτουργίας. Οι άντρες χόρευαν χωριστά από τις γυναίκες. Τόσο οι άντρες, όσο και οι γυναίκες χόρευαν τοπικά, παραδοσιακά, ζαρκινά τραγούδια που τα συνέθεταν τοπικοί, λαϊκοί συνθέτες. Εξέχουσα θέση στη σύνθεση και στο τραγούδι πολλών τραγουδιών από αυτά κατείχε ο πρόκριτος του χωριού, Ανδρέας Μπουνάς. Τα τραγούδια αυτά χορεύονταν ως εξής: τρία βήματα συρτά σε βυζαντινό ρυθμό, τα βήματα πάντα με το δεξί πόδι μπροστά, ενώ το αριστερό πόδι το έσερναν. Το χορό τον άνοιγε πάντα ένα μικρό κοριτσάκι που το έλεγαν συρτάραγα, μετά ακολουθούσαν οι παντρεμένες, μετά οι νιόπαντρες, μετά οι αρραβωνιασμένες και τέλος τα ελεύθερα κορίτσια, όλες με τα καλά τους φορέματα. Οι νιόπαντρες και οι παντρεμένες για χρόνια μετά το γάμο φορούσαν τα νυφικά τους φορέματα. Στο κεφάλι φορούσαν μαντίλι που το έλεγαν σκέπη και είχε γύρω-γύρω κουκάκια, δηλαδή μικρές φούντες, τις οποίες πάντα πρόσεχαν να τις τοποθετούν δεξιά και αριστερά. Τα ελεύθερα κορίτσια είχαν τα μαλλιά τους κοτσίδες, πράγμα που επαναλαμβανόταν σε όλες τις θρησκευτικές εορτές και στα πανηγύρια.

Την ημέρα του Αγίου Γεωργίου οι γυναίκες, και όχι μόνο, χόρευαν στο προαύλιο της εκκλησίας και το βραδάκι χόρευαν στο χοροστάσιο. Τον Μάιο γίνονταν τα πιο πολλά πανηγύρια, ένα από αυτά το πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, το οποίο εορτάζεται ακόμη και σήμερα. Μαζεύονταν παρέες-παρέες και έψηναν αρνιά, γλεντούσαν και χόρευαν τους ίδιους χορούς που χόρευαν και το Πάσχα. Παλιότερα έκαναν και ιπποδρομίες. Τα ίδια έκαναν σε όλες τις γιορτές. Στις 2 Μαϊου γιόρταζαν τη μνήμη του Αγίου Αθανασίου, χόρευαν κι έκαναν τον κλήδονα. Του Αγίου Νικολάου, στο ανοιξιάτικο αυτό πανηγύρι, όταν τέλειωνε η λειτουργία με την ευλογία του Δεσπότη, ο δημοφιλής τραγουδιστής Ανδρέας Μπουνάς, με τη ζωντάνια του και τον ενθουσιασμό του, διοργάνωνε λεβέντικο χορό. Ο χορός αυτός σχηματιζόταν από τρεις «δίπλες», δηλαδή τρεις σειρές, των ανδρών, των γυναικών και των νέων. Η παράδοση λέει ότι η γιορτή του Αγίου Νικολάου τον Μάιο, γινότανε προς ανάμνηση του γεγονότος της τιμωρίας των Τούρκων εξαιτίας της καταστροφής του ιερού ναού, γι’ αυτό πήρε και το όνομα φονιάς. Επίσης, πανηγύρια είχαμε του Αγίου Αχιλλείου, των Αγίων
Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου τελείωναν τα πιο πολλά πανηγύρια. Εκεί έκλειναν το χορό με ένα τελευταίο τραγούδι και έλεγαν: «Του χρόνου πάλι να είμαστε καλά να κάνουμε τα πανηγύρια και τις γιορτές».

Στις 24 Ιουνίου στο χωριό γινόταν γιορτή προς τιμή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου ή Αγιαννούλη, όπως τον αποκαλούν ακόμη και σήμερα στο Ζάρκο. Τότε τα κορίτσια πήγαιναν στο πηγάδι, κοντά στον Άγιο Νικόλαο, ενώ ο ήλιος ήταν ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους. Έβαζαν το κεφάλι πάνω στο πηγάδι και το σκέπαζαν με ένα κόκκινο πανί. Μέσα στο πηγάδι, όπως έλεγαν, εμφανίζονταν διάφορα σημάδια, τα οποία εξηγούσαν. Τα σημάδια είχαν σχέση με τους γαμπρούς που περίμεναν. Πολλές φορές ισχυρίζονταν ότι, μέσα στο πηγάδι, έβλεπαν το πρόσωπο του άντρα που θα παντρεύονταν. Στο τέλος χόρευαν και έφευγαν.

Στις ονομαστικές εορτές οι συγγενείς και οι φίλοι πήγαιναν στα σπίτια αυτών που γιόρταζαν, έτρωγαν και έπιναν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Οι οικογένειες που γιόρταζαν, δέχονταν τους επισκέπτες με ξεχωριστή ευχαρίστηση. Την παλιά εποχή επισκέψεις στους εορτάζοντες έκαναν μόνο οι άνδρες. Αυτή η τακτική ίσχυσε μέχρι το 1935. Αργότερα άρχισαν να πηγαίνουν στις γιορτές και οι γυναίκες. Η ανταλλαγή των επισκέψεων κατά τις γιορτές δημιουργούσε την υποχρέωση για ανταπόδοση. Είχε βέβαια και άλλο σκοπό εκτός από τον ψυχαγωγικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Ανέπτυσσε τις σχέσεις και συνέδεε τους ανθρώπους.


Αθανασία Τσιοτινού
Στη μνήμη των γονιών μου Μαρίας και Σωκράτη.
(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Τόμος 71ος, Μάρτιος 2017).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου