Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

«Σύγχρονη φόνισσα» του μαθητή Μαργαρίτη Γεωργαντζά


Το ΖάρκοNow σας παρουσιάζει ένα διήγημα που πραγματικά σε προκαλεί να το διαβάσεις και να ταξιδέψεις στις εικόνες που περιγράφει με τόση ζωντάνια. Συγγραφέας

αυτού ο μόλις 16 χρονών Μαργαρίτης Γεωργαντζάς από το Ζάρκο που εντυπωσίασε μαθητές και καθηγητές με την παρακάτω εργασία του στην λογοτεχνία για το Λύκειο Φαρκαδόνας!

Διαβάστε το:

Περπατώ. Έχει υγρασία απόψε. Το κρύο σαν ένας ύπουλος εχθρός με κάνει να τρέμω. Κοιτάζω γύρω, όλα σκοτεινά.Η ομίχλη κάνει την Αθήνα Λονδίνο, σου δημιουργεί ένα συναίσθημα μελαγχολίας. Όλα παράξενα, μοιάζουν αλήθεια. Πιο πέρα ένας άστεγος προσπαθεί να κοιμηθεί .Ναρκωτικά σε κάθε γωνιά της πόλης. Φορές τρομάζεις με κάτι παράξενες φιγούρες, μα τώρα σαν να το συνηθίσαμε και ζούμε μαζί τους.

Τίποτα πλέον δεν μας αγγίζει, τίποτα δε μας τρομάζει ή προσπαθούμε να μη μας τρομάζει, κάθε μέρα περπατάμε όλο και πιο σκληροί στης ζωής τα αδιέξοδα . Γινόμαστε ανθρωπόμορφα ρομπότ, “ homo homini lupus” και δε το αντιλαμβανόμαστε.

Σήμερα στη δουλειά απολύθηκαν κι άλλοι, έτσι απλά, κανείς δε μίλησε, κανείς δεν αντέδρασε, και στο τέλος προσποιηθήκαμε πως δεν είχε γίνει κάτι. Και στ’ αλήθεια τι να πεις, πώς να αντιδράσεις, αύριο ίσως έρθει και η δική σου σειρά…

Γυρίζω σπίτι ανοίγω την τηλεόραση, τα ίδια…

Από τη μια η αποχαύνωση του ατόμου με κάτι που το ονομάσαμε τέχνη, και από την άλλη η επικαιρότητα, είναι εδώ, για να σου θυμίζει πως ακόμα και μέσα στο ιερό σου άσυλο ότι πρέπει να ζεις και συνυπάρχεις με το φόβο , το άγχος με το τέρας της σημερινής κοινωνίας. Τελικά κοιμάμαι. Έρχεται μια νέα μέρα δημιουργίας, έτσι μας έλεγαν. Ο Καζαντζάκης κάποτε, είπε πως έχουμε τα χρώματα ,έχουμε τα πινέλα να ζωγραφίσουμε τον παράδεισο και να ζήσουμε σ’ αυτόν. Άραγε τα έχουμε ακόμα τα πινέλα….;

Πηγαίνω και πάλι στη δουλειά- δουλεία, κάθομαι στο γραφείο μπροστά σ ένα φωτεινό πινάκα, εγκλωβισμένος από ένα σωρό από χαρτιά, η σημερινή δουλεία. Φτάνει βράδυ, τέλειωσα για σήμερα. Γυρίζω πάλι από τον ίδιο δρόμο με τις ίδιες εικόνες και φιγούρες, μόνο που σήμερα ο άστεγος δεν είναι εκεί, άλλοτε τέτοια ώρα ήταν πάντα εκεί, τι απέγινε άραγε?

Η καθημερινότητα πάντα ίδια, το θεωρείς δεδομένο πια, πως δε πρόκειται να αλλάξει κάτι προς το καλό, οι ίδιες διαστρεβλωμένες και συνηθισμένες πλέον για το καθένα μας εικόνες, οι ίδιες αποστεωμένες και δυστυχώς απόλυτα λανθασμένες ιδέες, η ελπίδα χάνεται και μαζί της χάνεσαι και εσύ, και η κοινωνία όλο και σε καταπίνει, σαν ένας καφκικός εφιάλτης που δεν τελειώνει. Κάποτε είχα ακούσει για ανθρώπους νεκρούς με ανοιχτά μάτια και δεν είχα καταλάβει, τώρα αρχίζω και καταλαβαίνω.

Τις ίδιες φιγούρες και εικόνες αντίκρισα και την επομένη και την μεθεπομένη, τόσα χρόνια τώρα τις ίδιες εικόνες και φιγούρες αντικρίζω τώρα θα αλλάξουν; Τόσα χρόνια η κοινωνία μας κατάπινε πνευματικά και ηθικά , μα δεν αντιδρούσαμε δε μας απασχολούσε, σήμερα μας καταπίνει και οικονομικά , τώρα πλέον μας απασχολεί και θέλουμε να αλλάξει η ζωή μας. Μα πώς να αλλάξει, από ποιον να αλλάξει, αναρωτηθήκαμε άραγε ,ποτέ ,αν αλλάξαμε εμείς; Γίναμε άνθρωποι άραγε για να αλλάξουν οι καταστάσεις προς το καλό?

Περιμένουμε το καλύτερο αύριο χωρίς να προσπαθούμε γι αυτό, και η κοινωνία όλο και πιο πολύ μας καταπίνει. Πατάμε επί πτωμάτων και περπατάμε στην κόλαση της ζωής, δε νοιαζόμαστε για κανέναν παρά μόνο για τον εαυτό μας. Εκμεταλλευόμαστε και όταν μας ρωτάν γιατί, απαντάμε με ευκολία πως και μας κάποιοι άλλοι μας εκμεταλλεύονται , και η κοινωνία όλο και μας καταπίνει.

Στ’ αλήθεια τι είναι αυτή η νέα κοινωνία, σε ποιο δρόμο χάθηκαν οι άξιες, το ήθος, οι ιδέες του ανθρώπου? Αντικρίζεις ανθρώπους και δε τους μιλάς, στην αδικία σκύβεις το κεφάλι και προχωράς. Στ’ αλήθεια τι είναι αυτή η νέα κοινωνία, τι πρεσβεύει? Άνθρωποι σε κατακρίνουν για ό,τι και να κάνεις για ό,τι και να σκεφτείς, σου διαμορφώνουν τη ζωή όπως εκείνοι θέλουν, χωρίς να σε ρωτούν και εσύ συνεχίζεις να σκύβεις το κεφάλι. Σαν μια μάνα που ξέρει να λέει στα παιδιά της μονάχα «μη», που δε γνώρισε ποτέ την αγάπη για να καταλάβει ότι πρέπει να τη δώσει. Τα χτυπά, τα μαλώνει και τα εκμηδενίζει. Τα σφίγγει ασφυκτικά και στο τέλος τα σκοτώνει. Σα μια φόνισσα που σκοτώνει τα ίδια της τα παιδιά, και όποιο μπορέσει τελικά να ζήσει γίνεται κι αυτό ίδιος δολοφόνος και χάνεται στο σκοτάδι του μίσους.

Ο Παπαδιαμάντης κάποτε στο έργο του «Η Φόνισσα» παρουσίαζε μια γυναίκα η οποία μέσα από την άδικη ζωή την όποια βίωσε ,πίστεψε πως ήταν σταλμένη απ’ το Θεό με μια μοναδική αποστολή: να προστατεύει τα μικρά κορίτσια σκοτώνοντάς τα , ώστε να μην ζήσουν τα δεινά που ζούσε κάθε γυναίκα την εποχή εκείνη, και που η ίδια είχε ζήσει .

Η σημερινή κοινωνία τελικά, μήπως είναι μια «σύγχρονη φόνισσα» που βυθίζει τα ιδία της τα παιδιά στο τέλμα της απραξίας, της εγωπάθειας και της ιδιοτελείας, καταστρέφοντας ουσιαστικά, τον ίδιο της τον εαυτό;

Μήπως κάποια στιγμή πρέπει να αναθεωρήσουμε κάποια πράγματι και να σκεφτούμε διαφορετικά;

Τότε μόνο θα μπορέσουμε να ονειρευόμαστε και να ελπίζουμε. Γιατί στο τέλος υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να βαδίσει ο καθένας μας, φτιαγμένος μόνο από τον καθένα μας.

Μεσσίες δεν υπάρχουν, κι όταν ο Ένας εμφανίστηκε σταυρώθηκε γιατί μας έδωσε την ελευθερία να το κάνουμε

1 σχόλιο:

  1. ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ 16ΧΡΟΝΟΣ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ Η΄ ΔΕΝ ΚΑΝΑΜΕ ΤΙΠΟΤΑ Η΄ΔΕΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΜΕ ΠΟΛΥ.
    ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΗΦΑΝΟ ΚΑΙ ΜΕ ΓΕΜΙΣΕΣ ΕΛΠΙΔΑ.
    ΑΝ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΤΟΤΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή