Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Το πρώτο βραβείο απέσπασε στην Αθήνα το διήγημα «Οι φιγούρες»


Ξεχωριστή η 15η Απριλίου για τις μαθήτριες του ΓΕΛ Φαρκαδόνας Εύα Αννοπούλου, Ιωάννα Κοσμά, και Λυδία Μπέη!

Ξεχωριστή η 15η Απριλίου για τρεις μαθήτριες του Γενικού Λυκείου Φαρκαδόνας, για τους γονείς τους και για την τοπική εκπαιδευτική κοινότητα.


Χθες το πρωί στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην μεγάλη αίθουσα του υπουργείου Παιδείας ολοκληρώθηκε και τυπικά ο διαγωνισμός «Κύπρος: 1974-2015 Δεν ξεχνώ, διεκδικώ, δημιουργώ…» με την βράβευση των διακριθέντων μαθητών.


Οι τρεις μαθήτριες του Γενικού Λυκείου Φαρκαδόνας Εύα Αννοπούλου, Ιωάννα Κοσμά, και Λυδία Μπέη, συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με το διήγημα με τίτλο «Οι φιγούρες», αποσπώντας το 1ο βραβείο.

Την εκδήλωση χαιρέτισε και απένειμε βραβεία ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Nίκος Φίλης. Επίσης στην εκδήλωση παρευρέθηκε και απένειμε βραβεία η μορφωτική σύμβουλος της Πρεσβείας της Κύπρου, κα Μαρία Παναγίδη, Προϊστάμενοι Διευθύνσεων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, ο Δήμαρχος Θάσου, κ Χατζηεμμανουήλ Κων/νος και ο πρόεδρος της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας, κ. Μιχαηλίδης Γεώργιος.

«Η Κύπρος μιλάει σε όλους μας. Μας μιλάει για ένα συνεχιζόμενο δράμα μετά την εισβολή και την τουρκική κατοχή και μια αδικία που μας αφορά ως Έλληνες αλλά μας αφορά και ως πολίτες του σύγχρονου κόσμου. Γιατί στο δράμα της Κύπρου βλέπουμε τον εκπατρισμό, την προσφυγιά. Ένα δράμα που συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται γύρω-γύρω και σε άλλα μέρη του κόσμου.», σημείωσε ο κ. Νίκος Φίλης και πρόσθεσε:
«Και στο δράμα της Αμμοχώστου και της Κυρήνειας βλέπουμε αντίστοιχα εικόνες από άλλες χώρες. Από τη Συρία, απέναντι από την Κύπρο, καραβάνια προσφύγων απελπισμένων, που τους διώχνει ο πόλεμος και το μίσος από τις πατρίδες τους. Είμαστε λοιπόν επίκαιροι, δραματικά επίκαιροι, όταν συζητούμε και ξανασυζητούμε, όταν διεκδικούμε και ξαναδιεκδικούμε, όταν δημιουργούμε με βάση την Κύπρο. Είμαστε θα ’λεγε κανένας οικουμενικοί και όχι ενοριακοί όταν συζητούμε για το θέμα της Κύπρου.».

Ο συγκεκριμένος διαγωνισμός που αφορούσε στην ιστορία της Κύπρου από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, τελούσε υπό την αιγίδα της προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας από όλη την Ελλάδα συμμετείχαν με λογοτεχνικές δημιουργίες αλλά και πολυμεσικές, εμπνευσμένες από το μαρτυρικό νησί της Κύπρου.

Βασική επιδίωξη του προγράμματος ήταν πέρα από την ευαισθητοποίηση σχετικά με το Κυπριακό πρόβλημα, να αποτελέσει «γέφυρα» ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Ομογένεια και να ενδυναμώσει τη συνεργασία και την επικοινωνία ανάμεσα σε όλες τις κοινότητες του Ελληνισμού.

Το κείμενο των μαθητριών αναφερόταν στην πόλη φάντασμα, την Αμμόχωστο και στην επόμενη μέρα της καταστροφής.

Τα τρία κορίτσια μέσα από το κείμενό τους κατάφεραν να κεντρίσουν την προσοχή των κριτών, να συγκινήσουν με τον τρόπο γραφής τους και να αποδείξουν με την πένα τους ότι οι μαθητές, οι έφηβοι η νεολαία γενικότερα μπορεί να προσφέρει στο τόπο μέσα από τις φρέσκιες ιδέες τους.

Το διήγημα των μαθητριών τιτλοφορούνταν «Οι φιγούρες», ένα κείμενο που πραγματικά πέραν της θλίψης έρχεται να προκαλέσει προβληματισμό για τους τόπους που χάθηκαν, για τις ψυχές που έφυγαν, για τις ελπίδες που έσβησαν.

Όλα αυτά σ΄ ένα κείμενο που το συνέταξαν τρία 17χρονα παιδιά που βλέπουν τον κόσμο τόσο διαφορετικά, που ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο για την πατρίδα τους και τα Έθνη, για ένα κόσμο που θα προωθεί την φιλία και την Ειρήνη των λαών.

Αναλυτικά το κείμενο του διηγήματος των τριών μαθητριών έχει ως εξής:
«Οι φιγούρες»
«Η βροχή έπεφτε ρυθμικά πάνω στο γυαλιστερό μάρμαρο, ψιθυρίζοντας έναν άγνωστο σκοπό. Μέσα στο χάος από γκρίζα θυμωμένα σύννεφα ο ήλιος είπε κρυμμένος το «αντίο» του. Κι όμως ήταν τόσο όμορφο αυτό το «αντίο»! Θα μπορούσε να πλημμυρίσει όλο το άχαρο τοπίο με πορτοκαλιά χρώματα. Μια στιγμιαία ψευδαίσθηση ελπίδας μέσα στον χαλασμό. Τώρα μόνο το σκοτάδι που απλώθηκε πρόδιδε τη μεγαλοπρεπή δύση του.Το μονότονο ήχο της βροχής διαπέρασε ένα χαρμόσυνο μουρμουρητό. Μια μικροσκοπική φιγούρα χάραζε τη διαδρομή της κατά μήκος του λασπωμένου μονοπατιού, όπως κάθε βράδυ. Τα βήματά της ήταν ανάλαφρα σαν να μην άγγιζαν την λάσπη… Σαν να πορευόταν στον αέρα. Η παιδική κοριτσίστικη φωνούλα της προσπαθούσε να συγχρονιστεί με το τραγούδι της βροχής. Χαρά και λύπη μαζί;
Κάθε λίγο σταματούσε και κάτι ψέλλιζε στις άλλες φιγούρες. Φιγούρες σκοτεινές και πρόσωπα άδεια σαν κέρινα ομοιώματα. Μάτια ανέκφραστα, δίχως ζεστασιά. Την είχαν αφήσει σ’ ένα όμορφο σπίτι, σ’ ένα αγαπημένο πρόσωπο, σ’ ένα ανεκπλήρωτο όνειρο, σ’ ένα παιδικό τραγούδι. Δεν είχαν λύπη αυτά τα μάτια ούτε αγάπη ούτε θυμό. Ήταν νεκρά.
Το κορίτσι συνέχιζε τον δρόμο της χωρίς απαντήσεις. Δεν τις καταλάβαινε αυτές τις φιγούρες, αλλά στιγμή δεν πτοήθηκε. Τραβούσε και πάλι τον προορισμό της.
Κοντοστάθηκε. Σταμάτησε έξαφνα το μουρμουρητό της και αφουγκράστηκε. Να το είχε άραγε φανταστεί; Όχι, όντως μία άλλη φωνή διέσχιζε τον αέρα, αλλιώτικη από τη βροχή. Τι καλά! Αυτή η φιγούρα σίγουρα δεν θα ήταν σαν τις άλλες. Ίσως και να την βοηθούσε! Άφησε τα βήματά της να πλανηθούν προς την πηγή του ήχου.
Ήταν τόσο σκοτεινά που μόλις βρέθηκε μπροστά της διέκρινε τη φιγούρα. Πράγματι διέφερε από τι άλλες. Ξαπλωμένος πάνω σ’ ένα γέρικο δέντρο βρισκόταν ένας νέος με παράξενα ρούχα. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Στα χέρια του κρατούσε ένα σβηστό τσιγάρο που κάθε τρεις και λίγο το έφερνε στα χείλη του. Τα δικά του μάτια δεν ήταν νεκρά. Εξέπεμπαν ένα άρωμα νιότης και… ένα παράπονο;
«Κύριε;» επιχείρησε το μικρό κορίτσι να αποσπάσει την προσοχή του. Ο νεαρός ξαφνιασμένος γύρισε προς τη φωνή. Ήταν και εκείνος μάλλον συνηθισμένος στις αμίλητες φιγούρες.
«Τι είναι;» ρώτησε με περιέργεια και πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.
«Μπορείς να με βοηθήσεις; Ψάχνω τους γονείς μου. Σίγουρα θα τους έχεις δει. Ο πατέρας μου είναι ψηλός-να σαν εσένα! Και η μητέρα μου είναι τόσο ευγενική! Σίγουρα θα σταμάτησε να δει μήπως χρειάζεσαι κάτι έτσι όπως είσαι πεσμένος και-»
«Όχι, δεν τους έχω δει», τη διέκοψε ήπια και ανασηκώθηκε με ένα πήδημα, «και ούτε έχω χρόνο να σε βοηθήσω. Πρέπει να βρω και εγώ κάποιον και πρέπει να πηγαίνω σιγά σιγά».
Με αυτά τα λόγια τη θέση της απογοήτευσης πήρε η περιέργεια. «Ψάχνεις και εσύ τους γονείς σου;» Ήταν παρήγορη η ιδέα πως δεν ήταν η μοναδική.
«Τους γονείς μου τους άφησα για να βρω τον Εχθρό. Μήπως τον είδες εδώ τριγύρω;» απάντησε ο νεαρός.
Τι ήταν άραγε ο Εχθρός; Κάποιο αγαπημένο πρόσωπο που έχασε, όπως εκείνη τους γονείς της; Ντρεπόταν να ρωτήσει. Να εννοούσε τις παράξενες φιγούρες; Μπα…αποκλείεται. Τι δουλειά έχει αυτός ο ευγενικός νέος με εκείνες! Αυτές οι σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό της. Όποιος και να είναι φαίνεται σημαντικός. Ας μην τον καθυστερώ, κατέληξε.
«Όχι, δεν έτυχε να τον δω», είπε τελικά.
Ο νεαρός φορτώθηκε στον ώμο το γιλέκο του, έσφιξε τη ζώνη του και άρπαξε το ντουφέκι του. «Καιρός να φεύγω», αναστέναξε. «Καλή τύχη!».
«Και εσύ το ίδιο!» φώναξε εκείνη αλλά ο συνομιλητής της είχε ήδη φύγει.
«Πάλι μόνη», ξεφύσησε. Ανασήκωσε τους ώμους και κίνησε ξανά για τον προορισμό της.
Η βροχή είχε σταματήσει πια. Μόνο δύο τρεις σταγόνες έπεφταν που και που. Το φεγγάρι άρχισε διστακτικά να ξεπροβάλλει καθώς τα σύννεφα διαλύονταν. Το κορίτσι έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό και το καλωσόρισε θερμά με ένα χαμόγελο. Θα είχε νιώσει την μοναξιά της και θα θέλησε να της κρατήσει συντροφιά. Και τότε το βλέμμα της έπεσε πάνω σε μία άλλη φιγούρα, διακριτή χάρη στο φως του φεγγαριού.
Με την πρώτη ματιά ήταν ίδια με τις άλλες. Οι ώμοι ήταν καμπουριασμένοι από ένα αόρατο βάρος και το σώμα της κουλουριασμένο κουβάρι. Καθόταν σε μία κουνιστή λούστρινη καρέκλα και είχε καταπιαστεί αιώνες τώρα με το πλέξιμο εικόνων του πολύπαθου νησιού της . Σαν όμως το βλέμμα έπεφτε στο πρόσωπό της αντίκριζες τη διαφορά. Δεν ήταν το ζαρωμένο δέρμα με χαραγμένα βαθιά τα σημάδια του χρόνου ούτε τα χλωμά χείλια της. Όχι. Αυτό που ξεχώριζε ήταν τα μάτια της. Δεν είχαν τη ζωηράδα του νεαρού ούτε τη σπίθα της νιότης. Μάτια νεκρά και συνάμα γαλήνια. Μάτια που πλημμύρισαν και ύστερα στέρεψαν. Δεν είχαν όμως άλλη δίψα.
Ξαφνικά η γριά σήκωσε το κεφάλι της και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν διαπεραστικό και οι λέξεις πάγωσαν στα χείλη της μικρής κοπέλας. Το φάντασμα ενός χαμόγελου ποτισμένο με πίκρα τρεμόπαιξε στην έκφραση της γριάς. Λες και εκείνη ήξερε κάτι που το κορίτσι αγνοούσε. Σαν να ευχότανε να της το μαρτυρήσει αλλά μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε. Αντίθετα άρχισε ευλαβικά πάλι το πλέξιμο. Τέτοια ήταν η γαλήνη της που αισθάνθηκε πως δεν μπορούσε να την βεβηλώσει με τη φωνή της. Πόσο θα ήθελε να ξαποστάσει δίπλα της και να συμμεριστεί τη γαλήνη της. Να! Μόνο λίγα βήματα τις χώριζαν, πόσο εύκολα να τα διασχίσει.
Τόλμησε και έκανε το πρώτο βήμα. Το δεύτερο ακολούθησε το πρώτο και γρήγορα βρέθηκε στο πλάι της. Και τώρα γαλήνη; Η δίψα δεν σταματούσε και ένας ανεκπλήρωτος σκοπός βασάνιζε τη ψυχή της. Η εικόνα των γονιών της ξεπρόβαλε στο νου της και τα λόγια της μητέρας της ήχησαν: « Και θα έρθεις να μας βρεις».
Ολόκληρο το κορμί της τινάχτηκε. Γύρισε προς τη γριά και το βλέμμα της εξαπέλυσε μύδρους. Ένιωσε έκπληκτη και προδομένη, ενώ η γριά συνέχιζε να την κοιτάζει με την ίδια γαλήνη. Τώρα πια στο κορίτσι φάνταζε παγίδα, ένας περισπασμός στο δρόμο της. Δίχως λέξη γύρισε την πλάτη της και απομακρύνθηκε.
Ήταν αποφασισμένη να μην σταματήσει πάλι για κανέναν λόγο. Αρκετό καιρό είχε χάσει. Οι γονείς της πολύ πιθανό να άρχισαν να ανυσηχούν και να αναρωτιούνται για εκείνη. Αχ πόσο άσχημα νιώθει που τους στεναχωρεί! Πρέπει να βιαστεί και να σκαρφιστεί και μία δικαιολογία. Να τους πει για τον νεαρό και τη γριά; Όχι, καλύτερα. Θα θυμώσουν. Δεν θα πει τίποτα και, αν τυχόν την ρωτήσουν, κάτι θα σκεφτεί τότε.
Τις σκέψεις της διέκοψε μία σιδερένια επιβλητική πόρτα. Λίγο έλειψε να κουτουλήσει πάνω της. «Πάντα απρόσεκτη», έλεγε η μαμά της. Και τώρα τι; Όπως φαίνεται έφθασε στο τέλος. Κοίταξε τριγύρω της μήπως βρει άλλη αδιέξοδο και τότε αντιλήφθηκε λίγο πιο δίπλα τον νεαρό που συνάντησε. Και εκείνος έμοιαζε να απορεί. Κοιτούσε επίμονα την πόρτα, λες και ήλπιζε πως έτσι θα έλιωνε το σκουριασμένο σίδερο.
«Βρήκες τον Εχθρό;» ρώτησε διστακτικά.
«Όχι», μόλις που ακούστηκε η φωνή του. «Εσύ τους γονείς σου;»
«Ούτε», ψιθύρισε το κορίτσι παρά μίλησε.
Θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν την πόρτα, θα μπορούσαν να αναζητήσουν έναν άλλο δρόμο. Τουλάχιστον να προσπαθήσουν. Μέσα τους όμως ήξεραν πως αυτό είναι το τέλος. Προσπάθησαν να μιλήσουν αλλά ο αέρας δεν βαστούσε τα λόγια τους. Για λίγα δευτερόλεπτα γνώρισαν την αλήθεια προτού ανατείλει ο ήλιος και σβήσει κάθε είδος μαγείας. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι θα άρχιζαν πάλι όλα από την αρχή: η βροχή, τα σύννεφα, το χαρμόσυνο μουρμουρητό, οι φιγούρες, ο νεαρός, το φεγγάρι, η γριά, η πόρτα και… το τέλος.
Είχε πια ξημερώσει. Οι πρωινές ακτίνες του ήλιου της Αμμοχώστου διαπερνούσαν τα κάγκελα της πόρτας, φωτίζοντας την ετοιμόρροπη πινακίδα: « ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟΝ»

                                      







ΡΕΠΟΡΤΑΖ: KriniLive


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου